απάγομαι


απάγομαι
απάγομαι, (απήχθη - απήχθησαν) βλ. πίν. 136

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἀπάγομαι — ἀπάγω lead away pres ind mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αίρω — Μυθολογικό πρόσωπο. Κόρη του Οινωπίωνα, βασιλιά της Χίου και πρώτου οικιστή του νησιού, σύζυγος του Ωρίωνα και μητέρα του Χίου, που έδωσε το όνομά του στο νησί Οφιούσα. * * * (Α αἴρω και ποιητ. ἀείρω) 1. σηκώνω, υψώνω 2. σηκώνω κάτι και τό κρατώ… …   Dictionary of Greek

  • αλληλαπάγομαι — και αλληλο απάγομαι από κάποιον και απάγω και εγώ αυτόν, «κλέβομαι» με κάποιον. [ΕΤΥΜΟΛ. < αλληλ(ο) * + απάγω ( ομαι). ΠΑΡ. νεοελλ. αλληλαπαγωγή] …   Dictionary of Greek

  • εκφορτίζομαι — (Α ἐκφορτίζομαι) απαλλάσσομαι από τη φόρτιση, από το φορτίο αρχ. 1. πουλιέμαι για εξαγωγή 2. μτφ. προδίνομαι, απάγομαι 3. ενεργ. εκφορτίζω ξεφορτώνω από το πλοίο …   Dictionary of Greek

  • μεταγίνομαι — και ματαγίνομαι (ΑM μεταγίγνομαι και μεταγίνομαι) νεοελλ. μσν. γίνομαι εκ νέου, ξαναγίνομαι, αναδημιουργούμαι μσν. γίνομαι κάτι διαφορετικό αρχ. 1. γίνομαι κατόπιν 2. μεταφέρομαι, απάγομαι μακριά («Ἱερεμίας ὁ προφήτης ὅτι ἐκέλευσε τοῡ πυρὸς… …   Dictionary of Greek